Άννα Μπιθικώτση: «Δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει τίποτα, υπάρχει μόνο αγάπη»
Η συγγραφέας και στιχουργός μοιράστηκε μια άγνωστη ιστορία με το μαντήλι που σκούπισε τα δάκρυα του Γρηγόρη και της μητέρας της πριν πεθάνουν.
Η Άννα Μπιθικώτση ήταν καλεσμένη στο «Καλύτερα Αργά» του Action 24 και μίλησε με την Αθηναΐς Νέγκα για τους γονείς της, που αν και χώρισαν, έμειναν αγαπημένοι για πάντα. «Δεν χώρισαν στην ουσία ποτέ οι γονείς μου. Μέχρι και την τελευταία του πνοή ο πατέρας αγαπούσε τη μάνα.
Μέχρι και την τελευταία της πνοή η μητέρα -που πέθανε πριν από οκτώ μήνες- μιλούσε για τον Γρηγόρη, είχε το δωμάτιό του με τα κοστούμια του, με τις γραβάτες του, του γυάλιζε τα παπουτσάκια του, λες και περίμενε επιστροφές. Είναι ανατριχιαστικό! Μένουμε πάνω κάτω, στο ίδιο σπίτι στην Αργυρούπολη. Στον πρώτο όροφο έμεναν οι γονείς, στον δεύτερο η αδελφή μου, στον τρίτο εγώ».
«Σκούπισα τα δάκρυά τους»
Όταν ο πατέρας μου έφτασε στο τέλος του και ήταν στην εντατική, επειδή δεν είχε χρόνο να ξέρει πότε είναι μέρα, πότε είναι νύχτα, τι εποχές υπάρχουν έξω από αυτό το κρύο δωμάτιο, πήγα στο Περιστέρι, στο πατρικό μας και παρότι δεν υπήρχε εκεί το σπιτάκι μας, αλλά τα ερείπια, υπήρχαν οι αναμνήσεις. Υπήρχε και εκείνη η λεμονιά που είχε φυτέψει ο πατέρας. Έκοψα τρία φυλλαράκια και του τα πήγα. Μόλις τα άγγιξε, είδε ότι υπάρχει ζωή απέξω. Και του λέω, μπαμπά είναι από τη λεμονιά που φύτεψες. Δάκρυσε. Του σκούπισα με ένα μαντήλι που είχα το δάκρυ του. Και αυτό ήταν το τελευταίο του δάκρυ γιατί μετά έφυγε από τη ζωή.
Με αυτό το μαντήλι που φύλαξα, όταν έφτασε το τέλος της μητέρας μου, επειδή ήξερα πως φτάνει το τέλος πια, ήμουν κοντά της εκείνες τις τελευταίες τις στιγμές και μου μίλαγε τον πατέρα μου. Και έλεγε, πάω στον Γρηγόρη μου. Από τη Μυκηνών 5, Άννα, πάω τώρα εκεί να τον συναντήσω. Της λέω, μαμά, πάντα θα είσαστε εδώ. Δακρύζει. Με το ίδιο μαντήλι ακουμπάω το δικό της δάκρυ. Και αυτό το μαντήλι δείχνει ότι δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει τίποτα, υπάρχει μόνο αγάπη».